|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο precious παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: coral
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| precious adj | (of monetary value) | πολύτιμος επίθ |
| | (πιο μεγάλη αξία) | ανεκτίμητος επίθ |
| | Harold kept all his precious possessions in the safe. |
| | Ο Χάρολντ είχε όλα τα πολύτιμα υπάρχοντά του στο χρηματοκιβώτιο. |
| precious adj | (gemstone) | πολύτιμος επίθ |
| | The actress was wearing a necklace set with precious stones. |
| | Η ηθοποιός φορούσε ένα κολιέ με πολύτιμους λίθους. |
| precious adj | (dear, loved) | λατρευτός επίθ |
| | | αγαπημένος, πολυαγαπημένος, λατρεμένος μτχ πρκ |
| | I would like to thank my precious family for all the support they have given me. |
| | Θα ήθελα να ευχαριστήσω την λατρευτή μου οικογένεια για όλη την υποστήριξη που μου έχουν δώσει. |
| precious adj | (of emotional value) | πολύτιμος επίθ |
| | | ανεκτίμητος επίθ |
| | Sophie had precious memories of her time in Paris. |
| | Η Σόφι είχε ανεκτίμητες αναμνήσεις από την περίοδο που ήταν στο Παρίσι. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| precious adj | (cute) (καθομιλουμένη) | γλυκούλης επίθ |
| | | γλύκα ουσ ως επίθ |
| | Oh, what a lovely baby; isn't she precious! |
| precious adj | pejorative (affected) (καθομιλουμένη) | μη μου άπτου έκφρ |
| | (καθομιλουμένη) | σνομπ επίθ άκλ |
| | We don't have to invite David to dinner, do we? He's so precious! |
| precious adj | figurative, colloquial (intensifier) | εντελώς, τελείως επίρ |
| | He made a precious fool of himself at the party. |
| precious n | (term of endearment) | γλυκέ μου, γλυκιά μου έκφρ |
| | | λατρεία μου έκφρ |
| | (παλαιό) | ακριβέ μου, ακριβή μου έκφρ |
| | Come and sit beside me, precious. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|